Στην τρέχουσα μεταβιομηχανική εποχή της υπηρεσίας, η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη είναι συνυφασμένες με την κατοχή και αξιοποίηση της πληροφορίας. Γνώσεις επιστημονικού, οργανωτικού, τεχνολογικού ή παραγωγικού χαρακτήρα που δεν είναι ευρέως διαδεδομένες ή δημόσια προσβάσιμες (απόρρητο) και βρίσκονται στη διάθεση ενός επαγγελματία, άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένες με την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, αποκτούν αυτοτελή οικονομική αξία όταν δύνανται να διαφοροποιήσουν τη θέση του στην αγορά έναντι των ανταγωνιστών και για αυτό ανάγονται σε έννομο αγαθό ή συμφέρον άξιο δικαιικής προστασίας.

Η ποιοτική υφή της πληροφορίας δεν συνιστά καθοριστικό κριτήριο για την παροχή έννομης προστασίας. Έτσι, μπορεί να κλιμακώνεται από ένα χαμηλό επίπεδο πρωτοτυπίας (κάτι το νέο) έως μία καινοτομία ή ακόμη και εφεύρεση. Πάντως δεν προστατεύονταιοι «ασήμαντες (οικονομικά) πληροφορίες», δηλαδή οι δεξιότητες ή εμπειρίες και τεχνικές γνώσεις που αποκτούν οι εργαζόμενοι εντός της συνήθους απασχόλησής τους, διότι αυτές εξ ορισμού δεν μπορούν να θεωρηθούν απόρρητες. Για τον ίδιο λόγο δεν προστατεύονται οι τεχνικές διαδικασίες, κανόνες και μέθοδοι που από καιρού αποτελούν μέρος της μέσης στάθμης της τεχνικής (state of art) σε έναν ορισμένο κλάδο, όπως λ.χ. όσα περιέχονται σε εγχειρίδιο που κυκλοφορεί δημόσια στην αγορά, οι οποίες συνηθίζεται να καλούνται καταχρηστικά ως μη απόρρητo ή αρνητικό know-how.

Με την Οδηγία(ΕΕ)2016/943, η οποία μεταφέρθηκε με το Ν. 4605/2019, εισάγοντας άρθρα 22Α-22Λ στο Ν. 1733/1987, υιοθετείται ο όρος-ομπρέλα εμπορικό απόρρητο (trade secrets), με τον οποίο καλύπτεται κάθε επεξεργασμένο πληροφοριακό αγαθό μίας επιχείρησης (i), ως αποτέλεσμα έρευνας και πνευματικού μόχθου του δημιουργού του, για το οποίο καταβάλλεται εύλογη προσπάθεια να διατηρηθεί μυστικό (ii) και διαθέτει αυτοτελή οικονομική αξία (iii). Η αξία αυτή έγκειται στην σημαντική προαγωγή και εξέλιξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας του κατόχου του απορρήτου. Η Οδηγία(ΕΕ)2016/943 «για την προστασία της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους» εισάγει πρωτογενή ρύθμιση στο φάσμα του δικαίου των διανοητικών κεφαλαίων.

Η διακεκριμένη σημασία του νομοθετήματος γίνεται αντιληπτή από το πλήθος των τομέων οικονομικής δραστηριότητας που δύναται να επηρεάσει, όπως ενδεικτικά την τεχνολογία, ενέργεια, αυτοκινητοβιομηχανία, τρόφιμα και ποτά, φάρμακα, χρηματοοικονομικά, καλλυντικά και αρώματα, αλλά και το εύρος των επιχειρήσεων που αφορά, καταλαμβάνοντας τόσο κολοσσούς όπως Coca-Cola, Google, Microsoft, όσο και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και start-ups. Συνιστά κατ’ αρχήν Οδηγία ελάχιστης εναρμόνισης με εξαίρεση κάποιες διατάξεις όπου απαιτείται πιστή μεταφορά των όρων. Θεσπίστηκε με νομοθετικό έρεισμα το ΣΛΕΕ 114 για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς καθώς παρατηρήθηκε ότι λόγω του διαφορετικού επιπέδου έννομης προστασίας του εμπορικού απορρήτου στα κράτη μέλη αποθαρρύνονταν οι επενδύσεις, διότι στις χώρες με χαμηλότερο βαθμό προστασίας ήταν ευκολότερο οι απόρρητες πληροφορίες να κλαπούν ή να αποκτηθούν παρανόμως, αλλά και η εισαγωγή εμπορευμάτων του παρασιτικού ανταγωνισμού (δουλική απομίμηση ή παρασιτική αντιγραφή) από Τρίτες Χώρες ήταν ευκολότερη από σημεία εισόδου με χαμηλότερη προστασία.

Οι ως άνω προϋποθέσεις που απαριθμούνται στον ορισμό του άρθρου 22Α§4α Ν. 1733/1987 πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, κρίνονται δε ως προδικαστικό ζήτημα (ΚΠολΔ 331) στο πλαίσιο της κύριας διαγνωστικής δίκης επί προσβολής του εμπορικού απορρήτου. Στο παρελθόν, κατά την εφαρμογή των άρθρων 16-18 Ν. 146/1914, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης περί ύπαρξης απορρήτου, εφαρμοζόταν η συνδυαστική θεωρία. Εξεταζόταν η ύπαρξη (πραγματικής ή εικαζόμενης) θέλησης του κυρίου της επιχείρησης να παραμείνει η πληροφορία μυστική (βουλητικό κριτήριο) και αξιολογούταν αφηρημένα η ύπαρξη δικαιολογημένου οικονομικού συμφέροντος στο πρόσωπο του κατόχου του απορρήτου (αξιολογικό κριτήριο). Στο ισχύον, ασφαλέστερο καθεστώς έμφαση δίνεται σε οικονομοκεντρικά κριτήρια· ο κάτοχος του απορρήτου δικαιούται έννομη προστασία όταν αποδεικνύει ότι έλαβε εύλογα, κατά τις περιστάσεις, αποτρεπτικά μέτρα προστασίας, προς διαφύλαξη της μυστικότητας.

Ιστορική σημασία πλέον φαίνεται να αποκτά η συστηματική κατηγοριοποίηση του επιχειρηματικού απορρήτου σε:

α. εμπορικό απόρρητο stricto sensu, πληροφορίες δηλαδή σχετιζόμενες με στρατηγικές επιχειρηματικής οργάνωσης και διοίκησης λ.χ. κατάλογοι κατάταξης της επιτυχίας των προϊόντων στην αγορά ή έγγραφα που αποδεικνύουν το δανεισμό της επιχείρησης, πελατολόγιο

β. εμπιστευτική πληροφόρηση (confidential info), πληροφορίες ήσσονος σημασίας που έμμεσα σχετίζονται με τη δράση της επιχείρησης και δεν προστατεύονται με τα άρθρα 22Α επ. Ν. 1733/1987 ή 16-18 Ν. 146/1914, αλλά ενδεχομένως να εμπίπτουν στο απόρρητο του ιδιωτικού βίου (GDPR, Σ9§1) λ.χ. πληροφορίες για ασθένεια ή τοξικομανία διευθύνοντος συμβούλου που εμπιστεύτηκε στο δικηγόρο του

γ. βιομηχανικό απόρρητο, δηλαδή τεχνικές μέθοδοι της παραγωγικής διαδικασίας, οι οποίες δεν κατέληξαν ή δεν μπορούσαν από τη φύση τους να καταλήξουν σε απονομή διπλώματος ευρεσιτεχνίας και είναι γνωστές μόνο σε καθορισμένο κύκλο προσώπων που υποχρεούται κατά τη βούληση του βιομηχάνου να τις διατηρεί μυστικές, λόγω ύπαρξης δικαιολογημένου οικονομικού συμφέροντος, λ.χ. τεχνικά σχέδια, διαγράμματα, οδηγίες, μυστικές συνταγές όπως της Coca-Cola ή φόρμουλες καλλυντικών / αρωμάτων / εδεσμάτων κ.α., ακόμη και αλγόριθμοι, όπως της μηχανής αναζήτησης της Google που επιτυγχάνει τη βέλτιστη αναζήτηση και ομαδοποίηση ιστοσελίδων και παραμένει επιχειρηματικό μυστικό της εταιρίας

δ. απόρρητη τεχνογνωσία (know-how).

Η παραπάνω διάκριση ποτέ δεν υπήρξε στεγανή, αφού τα διάφορα μυστικά συνήθως ενέπιπταν σε περισσότερες από τις παραπάνω συχνά αλληλεπικαλυπτόμενες έννοιες. Σήμερα το εμπορικό απόρρητο καλύπτει κάθε επιχειρηματική ή τεχνολογική πληροφορία και τη μυστική τεχνογνωσία,συνεπώς στη δικαστηριακή πρακτική δεν θα πρέπει να υφίσταται διαφοροποίηση στη μεταχείριση της τεχνογνωσίας/απόρρητης τεχνολογίας και του επιχειρηματικού/εμπορικού απορρήτου.

Στην έννοια γένους «εμπορικό απόρρητο» εμπίπτει και η απόρρητη τεχνογνωσία (know-how), ένα πληροφοριακό πακέτο μυστικών τεχνικών κι εμπειρικών γνώσεων, μη κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (ή υπόδειγμα χρησιμότητας), που αποκτήθηκε σε ορισμένο εμπορικό ή παραγωγικό τομέα εμπειρικά και από δοκιμές και συμβάλλει ουσιωδώς στην παραγωγική διαδικασία ή στο marketing της επιχείρησης. Η τεχνογνωσία έχει αυτοτελή οικονομική αξία, η οποία συνίσταται στο ανταγωνιστικό προβάδισμα που προσδίδει στον κάτοχό της, σε μία, δηλαδή, πρώιμη ώθηση στην αγορά και καθιέρωση στις συναλλαγές. Αντιμετωπίζεται ως άυλο τεχνολογικό αγαθό και μπορεί να καταστεί αντικείμενο συναλλαγών, είτε με ολική μεταβίβαση (πώληση), είτε συνηθέστερα με παραχώρηση, απλής ή κατά κύριο λόγο αποκλειστικής, άδειας χρήσης (know-how licenses – συμβάσεις μεταφοράς τεχνογνωσίας). Αποδίδεται διεθνώς ως know-how, από σύντμηση της αγγλικής φράσης “knowledge how to do it”. Διακρίνεται σε industrial know-how (πρώτης γενιάς), που αφορά σε τεχνικές γνώσεις της παραγωγικής διαδικασίας και σχετίζεται με τύπους, σχέδια, οδηγίες, και μεθόδους παραγωγής προϊόντων και commercial know-how (δεύτερης γενιάς) που αφορά σε επιχειρηματικές-εμπορικές γνώσεις προς επίλυση οργανωτικής φύσεως προβλημάτων και προώθησης καταναλωτικών αγαθών στην αγορά.

Μυστική παραμένει η τεχνογνωσία και όταν διευρύνεται ο κύκλος προσώπων στα οποία ανακοινώθηκε, αρκεί να μην καθίσταται δημόσια, δηλαδή ευχερώς προσβάσιμη από κάθε ενδιαφερόμενο. Δεν αίρεται η μυστικότητα όταν πέραν των εργαζομένων της επιχείρησης, ανακοινώνεται και σε τρίτους υπεργολάβους του λήπτη του know-how (σε know-how contracts) ή και άλλες ανταγωνιστικές ή μη επιχειρήσεις στο πλαίσιο εκτέλεσης αμοιβαίας (ή μη) σύμβασης μεταφοράς τεχνολογίας ή σε συνδεδεμένες με το φορέα της τεχνογνωσίας επιχειρήσεις. Όλα τα παραπάνω πρόσωπα έχουν υποχρέωση τήρηση εχεμύθειας η οποία πηγάζει από την έννομη σχέση που τα συνδέει με τον φορέα της τεχνογνωσίας, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σύμβαση εταιρίας, σύμβαση παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης ή πάντως από την καλή πίστη (ΑΚ 288). Εάν το σύνολο των τεχνικών γνώσεων περιέλθει σε δημόσια χρήση, τότε εξ ορισμού παύει να συνιστά προστατευόμενη τεχνογνωσία.

Η τεχνογνωσία συνήθως δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για απονομή διπλώματος ευρεσιτεχνίας (5 Ν. 1733/1987), διότι δεν είναι αναγκαίο να παρουσιάζει εφευρετικό ύψος ή αξιόλογη πρωτοτυπία. Αρκεί κάποιος βαθμός καινοτομίας ή και μία απλή παρατήρηση ή διαπίστωση στοιχείων του φυσικού κόσμου, που να είναι ικανά να προσδώσουν το ανταγωνιστικό προβάδισμα στην επιχείρηση που τα εκμεταλλεύεται. Τεχνογνωσία μπορεί να συνιστά και γνωστός συνδυασμός γνώσεων που χρησιμοποιείται για διαφορετικό και άγνωστο σκοπό, όπως λ.χ. η ανακάλυψη μίας άγνωστης ιδιότητας μιας ήδη γνωστής ουσίας. Ως τεχνογνωσία θεωρείται όμως και η εφεύρεση για την οποία δεν υποβλήθηκε αίτηση για κατοχύρωση διπλώματος ευρεσιτεχνίας (τυπική διαδικασία), επειδή προκρίθηκε η διατήρηση της μυστικότητας έναντι της απόλυτης προστασίας του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας, που προϋποθέτει γνωστοποίηση στον ΟΒΙ, ή επειδή ο ευρεσιτέχνης υποχρεούται να πληρώνει ετήσιο τέλος για τη διατήρηση του δικαιώματός του ή επειδή πρόκειται για εφεύρεση μικρής χρονικά διάρκειας και για το λόγο αυτό ο επιχειρηματίας αποφάσισε να μην προβεί σε κατοχύρωση, ή πρόκειται για ευρεσιτεχνία, ο χρόνος προστασίας της οποίας έχει λήξει.

II. Λόγοι προστασίας του εμπορικού απορρήτου

Τα απόρρητα δημιουργούν από τη φύση τους ένα είδος de facto μονοπωλίου. Η μυστικότητα της πληροφορίας, άλλωστε, συμβάλλει και στην προληπτική της προστασία, αφού εξασφαλίζει ένα status εν τοις πράγμασι αποκλεισμού τρίτων και κατά συνέπεια μείωσης των πιθανών προσβολών. Ζωηρός διάλογος διαδραματίστηκε γύρω από την ανάγκη και το σκοπό δημιουργίας ενός αυστηρού πλαισίου post factum προστασίας, δηλαδή ενός πλαισίου που διασφαλίζει αποτελεσματικότερη αποκατάσταση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων μετά την κοινολόγηση του απορρήτου. Αφενός, είναι κατανοητή η ανάγκη οικονομικής επιβράβευσης των πνευματικών καρπών του δημιουργού της μυστικής γνώσης, με την αναγνώριση ενός sui generis ιδιοκτησιακού καθεστώτος επί του εμπορικού απορρήτου, όπως επιτάσσει το πρότυπο της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς· είναι εξάλλου και λογικά αντίθετο στα εμπορικά συναλλακτικά ήθη να καρπώνεται οφέλη κάποιος που δεν δαπάνησε εργασία ή χρόνο, αντιποιούμενος ξένη πνευματική προσπάθεια. Αφετέρου όμως, τίθεται ως επιτακτικό δικαιοπολιτικό αντίβαρο, το κατά πόσο τα ανθρώπινα επιτεύγματα και η επιστημονική πρόοδος μπορούν να προστατεύονται απόλυτα σε βάρος της ολότητας.

Μάλιστα οι επικριτές της Οδηγίας εξέφρασαν την ανησυχία ότι το ευρύ πεδίο της θα επέτρεπε στις εταιρίες-κολοσσούς να μηνύουν και να εκκινούν πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες (εν είδη SLAPPs – Strategic Lawsuits Against Public Participation) κατά πληροφοριοδοτών/δημοσιογράφων, σε περιπτώσεις διαρροών και δημοσίευσης πληροφοριών που είναι μεν εμπιστευτικού περιεχομένου, αλλά και δημόσιου συμφέροντος, βάζοντας ένα τέλος ουσιαστικά στην εταιρική διαφάνεια και επιτρέποντας τις μεγάλες πολυεθνικές να δρουν ανεπηρέαστες υπό το μανδύα των απορρήτων, καταστρέφοντας το περιβάλλον και καταπατώντας δημοκρατικές διαδικασίες που αφορούν τα συλλογικά δικαιώματα των εργαζομένων. Πριν τη ψήφιση της Οδηγίας, είχαν συγκεντρωθεί περί τις 270.000 υπογραφές Ευρωπαίων πολιτών στο κίνημα “stop trade secrets”. Στην τελική μορφή της Οδηγίας εισακούστηκαν οι φωνές των πολιτών και του ψηφίσματος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης προς την Επιτροπή για την προστασία των δημοσιογράφων και της ελευθερίας της έκφρασης και προβλέφθηκαν οι εξαιρέσεις του άρθρου 5 της Οδηγίας(ΕΕ)2016/943, οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί στο σχέδιο Οδηγίας του 2013.

Από μακροοικονομική σκοπιά, η προστασία των απορρήτων συνεφέλκεται την προώθηση της έρευνας και της ανάπτυξης διά της παροχής κινήτρων και εξ αυτού τελικώς την προσέλκυση επενδύσεων στον κλάδο της βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας.

Ο διάλογος αυτός ήταν και ο λόγος που καθυστέρησε αρκετά η θέσπιση ειδικής νομικής μεταχείρισης των απορρήτων, αφού η δημιουργία ενός νέου μονοπωλιακού δικαιώματος θα έπληττε τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού σε ενωσιακό επίπεδο.

Σε συγκερασμό των αντικρουόμενων συμφερόντων προβαίνει ο νόμος με την αναγνώριση λόγων άρσης του άδικου χαρακτήρα των προσβολών του απορρήτου, προκρίνοντας την ad hoc στάθμιση. Αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής όταν προτάσσεται: i) η ελευθερία της έκφρασης, ιδίως όταν το συμφέρον του κατόχου του απορρήτου άγεται έναντι της ερευνητικής δημοσιογραφίας και της αποκάλυψης δημοσιογραφικών πηγών· ii) η προάσπιση υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος,κυρίως όταν επίκειται η αποκάλυψη σοβαρών αδικοπραξιών ευρύτερου ενδιαφέροντος από μάρτυρες δημόσιου συμφέροντος (whistleblowing), συνηθέστερα εργαζόμενους του φορέα του απορρήτου· iii) στο πλαίσιο της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, όταν απαιτείται οι εργαζόμενοι να αποκαλύψουν επιχειρηματικό μυστικό στους νόμιμους εκπροσώπους τους, κατά την άσκηση των δικαιωμάτων διαβούλευσης και ενημέρωσης. Ταυτόχρονα θεσπίζεται και μία γενική ρήτρα για λόγους εννόμου συμφέροντος που αναγνωρίζονται από το εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο, που πρέπει πάντως να ερμηνεύεται συσταλτικά και να εφαρμόζεται σε οριακές περιπτώσεις.

III. Νομική φύση

Τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας αναγνωρίζονται από το δίκαιο ως εξουσιαστικά δικαιώματα επί αΰλων αγαθών, που παρέχουν εξουσίες συναφείς με την κυριότητα επί πραγμάτων, δημιουργώντας έναν άμεσο δεσμό ανάμεσα στον δημιουργό/δικαιούχο και στην πνευματική δημιουργία του. Ο δικαιούχος δύναται να εκμεταλλεύεται οικονομικά το άυλο αγαθό, να το διαθέτει ελεύθερα, δηλαδή να το μεταβιβάζει πλήρως ή μέρος μόνο των εξουσιών του παραχωρώντας άδειες και να το καταργεί κατά τη θέλησή του. Αρνητικά του αναγνωρίζεται η εξουσία να προστατεύεται δικαστικά, εγείροντας τις σχετικές αγωγές, έναντι κάθε τρίτου προσβολέα που αμφισβητεί την αποκλειστική του εξουσία. Έχουν, με άλλα λόγια, μία «εμπράγματη ενέργεια», ποιοτικά διαφορετική από την προστασία που παρέχει το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, ως αμιγές δίκαιο συμπεριφοράς που παρέχει μόνο ενοχικές αξιώσεις.

Στο Δίκαιο Διανοητικής Ιδιοκτησίας ισχύει η αρχή numerus clausus. Η ιδιωτική βούληση δεν δύναται να δημιουργήσει νέα δικαιώματα σε άυλα αγαθά, αλλά ούτε να αλλοιώσει το περιεχόμενο των ήδη υπαρχόντων αντίθετα στο νόμο. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι το νέο δίκαιο επιφυλάσσει στο εμπορικό απόρρητο προστασία παραπλήσια με τα τυποποιημένα δικαιώματα ΔΙδ. Η νομική φύση του δικαιώματος επί του απορρήτου προκύπτει από τον ίδιο τον τρόπο προστασίας του, ο οποίος εκκινεί από το δίκαιο του ανταγωνισμού (προστασία από μία παράνομη συμπεριφορά, δηλαδή την άνευ συναίνεσης απόκτηση, χρήση, αποκάλυψη) και συμπληρώνεται από το δίκαιο της διανοητικής ιδιοκτησίας (εμπραγματοποιημένη προστασία που προσιδιάζει σε αυτή των αποκλειστικών και απόλυτων δικαιωμάτων), συνδυαστικά σκιαγραφώντας τη φύση του ως ένα υβριδικό, ατελές δικαίωμα σε άυλο αγαθό.

Άλλωστε το δίκαιο και πολύ πριν την εισαγωγή της Οδηγίας(ΕΕ)2016/943 φαίνεται πως έμμεσα αναγνώριζε ένα de facto ιδιόρρυθμο ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των εμπορικών απορρήτων, αναγνωρίζοντάς τουλάχιστον την αυτοτελή περιουσιακή αξία τους, όπως και τη δυνατότητα μεταβίβασης τους (know-how licenses), ακόμη κι ως τμήμα μόνο μίας ευρύτερης παροχής, όπως γίνεται όταν η τεχνογνωσία εμπεριέχεται στο πακέτο franchise ή στο πλαίσιο παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης λογισμικού. Έτσι σε απόφαση του Γερμανικού Ακυρωτικού του 1955 αναγνωρίστηκε η τεχνογνωσία ως αυτοτελές στοιχείο του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας. Ομοίως, κατά το φορολογικό δίκαιο, υπόκειται στο φόρο εισοδήματος αυτοτελώς ως οικονομικό στοιχείο κεφαλαιουχικού χαρακτήρα της επιχείρησης (εισόδημα από εκμετάλλευση δικαιωμάτων / royalties), ενώ συνιστά και στοιχείο του ενεργητικού της κληρονομίας.

IV. Οι υποψήφιοι παραβάτες των εμπορικών απορρήτων

Φορέας ή κάτοχος του εμπορικού απορρήτου (trade secret holder) είναι ο δικαιούχος πρόσβασης στην απόρρητη πληροφορία, ο οποίος ενεργητικά νομιμοποιείται στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων/αγωγής. Πρόκειται για το δημιουργό (πρωτότυπη κτήση) ή τον διάδοχό του (καθολικό ή ειδικό κατόπιν διάθεσης με παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης ή σύμβαση μεταβίβασης) που ελέγχει το απόρρητο. Έλεγχος είναι η πραγματική εξουσία νόμιμης διάθεσης ή εκμετάλλευσης και αποκάλυψης του απορρήτου. Παραβάτης είναι το πρόσωπο που παράνομα απέκτησε, χρησιμοποίησε ή αποκάλυψε εμπορικά απόρρητα.

Συνήθως τα πρόσωπα που θέτουν πηγές κινδύνου για το εμπορικό απόρρητο είναι υφιστάμενοι ή αποχωρήσαντες εργαζόμενοι, που μπορούν να προβούν σε παραβίαση για ποικίλους λόγους, όπως λχ δωροδοκία από ανταγωνιστή, ή επειδή εισέρχονται οι ίδιοι ως επιχειρηματίες στον ίδιο κλάδο. Στην ΑΚ 288 θεμελιώνεται η γενική υποχρέωση προσωπικής πίστης που βαρύνει τον μισθωτό στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δεν βρίσκεται σε ανταλλακτική σχέση με το μισθό ως αντιπαροχή του εργοδότη. Ο μισθωτός οφείλει με κάθε τρόπο και με όλες του τις δυνάμεις να διαφυλάσσει τα συμφέροντα του εργοδότη, παραλείποντας οτιδήποτε θα μπορούσε να τα θέσει σε κίνδυνο. Επιμέρους πτυχή της υποχρέωσης πίστης είναι η υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας, με περιεχόμενο, από τη σκοπιά που ενδιαφέρει την παρούσα μελέτη, την αποχή από ανακοίνωση σε τρίτους των εμπορικών απορρήτων της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης του εργοδότη. Εφόσον δεν υφίσταται ρήτρα μετασυμβατικής υποχρέωσης εχεμύθειας, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η υποχρέωση που απορρέει από την καλή πίστη μετενεργεί και στο μετασυμβατικό στάδιο. Η υποχρέωση εχεμύθειας άλλωστε μπορεί να νοηθεί και ως η αντίθετη όψη της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού, η οποία όμως πρέπει πάντοτε να συμφωνείται ρητά και δεν τίθεται ζήτημα μετενέργειας. Έτσι αν ο πρώην εργαζόμενος εκκινεί δική του επιχειρηματική δραστηριότητα οφείλει να απέχει από τη χρήση του σκληρού πυρήνα του απορρήτου που περιήλθε σε γνώση του κατά τη διάρκεια της μισθωτής του απασχόλησης, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο δεν συμφωνήθηκε ρητά π.χ. δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τις ίδιες χημικές φόρμουλες. Άλλωστε, κρίσιμο για την έκταση της υποχρέωσης είναι και η θέση του μισθωτού στην επιχείρηση, αφού πολύ περισσότερο βαρύνεται ο διευθυντής ή οι προϊστάμενοι τμήματος, παρά το εργατικό προσωπικό. Κατά άλλη άποψη, δεν απαιτείται η προσφυγή στη θεωρία της μετενέργειας της υποχρέωσης τήρησης εχεμύθειας στο μετασυμβατικό στάδιο, διότι δεν είναι κατά την Οδηγία ή το Ν. 4605/2019 αναγκαία η ύπαρξη σύμβασης, αλλά επαρκεί η εργασιακή σχέση και συνεπώς η υποχρέωση εχεμύθειας για το χρόνο μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης στηρίζεται στο αντάλλαγμα που έλαβε ο απασχολούμενος.

Δυνητικοί παραβάτες είναι και οι διαχειριστές (ή μη) εταίροικαθώς και οι μέτοχοι εταιριών-φορέων εμπορικού απορρήτου. Η υποχρέωση πίστης των διαχειριστών εταίρων απορρέει τόσο από την γενική αρχή της καλής πίστης, που κατέχει εξέχουσα θέση σε συμβάσεις διαρκούς συνεργασίας, όσο και από ειδικότερες διατάξεις, όπως ΑΚ 741 σε συνδυασμό με ΑΚ 747, 252 Ν. 4072/2012, 97§1γ Ν.4518/2018, 20 Ν.3190/1955, 65§1δ Ν. 4072/2012 και είναι δεδομένη ακόμη κι αν δεν υφίσταται καταστατική πρόβλεψη. Και ενώ γίνεται παγίως δεκτή η ύπαρξη υποχρέωσης πίστης στους μη διαχειριστές εταίρους προσωπικών εταιριών και μικρομεσαίων κεφαλαιουχικών εταιριών, διαδραματίστηκε σοβαρός διάλογος για τη θεμελίωση υποχρέωσης πίστης των μετόχων, τόσο της μειοψηφίας, όσο και της πλειοψηφίας προς την εταιρία και τους υπόλοιπους μετόχους. Κατά την απολύτως κρατούσα στη θεωρία και σταδιακά δεκτή στη νομολογία άποψη, η υποχρέωση πίστης του μετόχου θεμελιώνεται στον κοινώς επιδιωκόμενο σκοπό της εταιρίας και στην ίδια τη μετοχική σχέση, η οποία εγκαθιδρύει μία «σχέση οργανωτικού χαρακτήρα» που μέσω του καταστατικού συνδέει κάθε μέτοχο με την εταιρία και τους υπόλοιπους μετόχους, ανεξαρτήτως του βαθμού έντασης αυτού του δεσμού, ο οποίος είναι ισχυρότερος σε μικρές οικογενειακές και ολιγοπρόσωπες ΑΕ, αλλά ασθενέστερος σε μεγάλες ΑΕ όπου οι μετοχές διαπραγματεύονται χρηματιστηριακά. Το περιεχόμενο της υποχρέωσης πίστης των μετόχων επιβάλλει όχι την γενική αποχή από κάθε πράξη ή συμπεριφορά προαγωγής του ατομικού τους συμφέροντος, αλλά την επιδίωξη του βέλτιστου συγκερασμού ατομικού και κοινού συμφέροντος, δηλαδή εταιρίας και λοιπών μετόχων. Ο μέτοχος υποχρεούται θετικά να προωθεί τα συμφέροντα της εταιρίας και των μετόχων (ΑΚ 741) και αρνητικά να περιορίζει την άσκηση των μετοχικών ή άλλων δικαιωμάτων του (λχ απαγόρευση ανταγωνισμού, βλαπτικών δηλώσεων κατά της εταιρίας), εάν ο συγκεκριμένος τρόπος άσκησης βλάπτει τα συμφέροντα των υπόλοιπων μετόχων ή της εταιρίας. Αντιστοίχως, ο δεσπόζων μέτοχος, ο οποίος εμπλέκεται de facto στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ασκώντας επιρροή στο ΔΣ (doctrine of the dominant shareholder), υποχρεούται να μην κατευθύνει την εταιρία κατά τρόπο που εξυπηρετεί ίδια συμφέροντα, αλλά παραγκωνίζοντας της εταιρίας. Αναλόγως των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών η παράβαση της υποχρέωσης μπορεί να επισύρει διάφορες έννομες συνέπειες, όπως λχ την ακυρότητα ψηφοδοσίας στη ΓΣ, όταν η ψήφος δόθηκε κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης και ήταν καθοριστική για το σχηματισμό της αναγκαίας πλειοψηφίας για τη λήψη απόφασης, ή τη θεμελίωση ευθύνης του μετόχου για τις ζημίες που υπέστη η εταιρία κατά τις ΑΚ 747, 281, 914, 919 ή οι άλλοι μέτοχοι αντανακλαστικά από την απομείωση της υπολειμματικής αξίας της συμμετοχής τους.

Άλλοι πιθανοί παραβάτες είναι τα αντισυμβαλλόμενα μέρη σε σύμβαση μεταφοράς τεχνολογίας ή τρίτα πρόσωπα που συνεργάζονται με την επιχείρηση, όπως εξωτερικοί λογιστές, δικηγόροι, προμηθευτές ή πελάτες κ.α.

Διακρίνεται και μία ακόμη κατηγορία έμμεσων παραβατών που αφορά πρόσωπα που αποκτούν, χρησιμοποιούν ή αποκαλύπτουν περαιτέρω το απόρρητο σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο και μετά τον αρχικό παραβάτη, ο οποίος τους το αποκάλυψε, χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου. Τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται αν έπραξαν από δόλο ή βαριά αμέλεια, δηλαδή αν γνώριζαν ή όφειλαν κατά τις περιστάσεις να γνωρίζουν ότι η πληροφορία που τους κοινολογήθηκε προήλθε από παράνομη παραβίαση απορρήτου.

V. Τρόποι προσβολής του απορρήτου

1. Παράνομη κτήση 22Β§3 Ν.1733/1987, 4§2 Οδ.(ΕΕ)2016/943

Ελλείψει συγκατάθεσης του κατόχου, θεωρείται παράνομη η κτήση του απορρήτου διά της αντιγραφής ή ιδιοποίησης εγγράφων, αντικειμένων, υλικών, ουσιών ή ηλεκτρονικών αρχείων που βρίσκονται υπό το νόμιμο έλεγχο του κατόχου και από τα οποία άμεσα ή έμμεσα προκύπτει το εμπορικό απόρρητο. Αυτό μπορεί να συμβεί λ.χ. όταν εργαζόμενος εισέρχεται σε απαγορευμένο χώρο της επιχείρησης όπου φυλάσσεται το αρχείο, χωρίς να έχει δικαίωμα. Επιπλέον, στο νόμο προβλέπεται μία γενική ρήτρα: «Από οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά που κατά τις περιστάσεις θεωρείται ότι αντιβαίνει στα χρηστά συναλλακτικά ήθη». Τέτοιες περιπτώσεις είναι λ.χ. η προτροπή παραβίασης ρήτρας εμπιστευτικότητας, η δωροδοκία υπαλλήλου, η απάτη κλπ, οπότε ανοίγεται ο δρόμος και για την εφαρμογή των άρθρων 1 ή 16-18 Ν. 146/1914 κατά περίπτωση.

2. Παράνομη χρήση 22Β§4 Ν. 1733/1987, 4§3 Οδ.(ΕΕ)2016/943

Ως χρήση νοείται κάθε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης του εμπορικού απορρήτου, όπως π.χ. χρήση του για βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας, προσέλκυση ξένου πελατολόγιου, παραχώρηση license / sub-license άνευ δικαιώματος σε τρίτο, πώληση απόρρητων δεδομένων σε τρίτους, θέση σε κυκλοφορία «παράνομων προϊόντων30». Προϋποθέτει προηγουμένως ο παραβάτης να έχει αποκτήσει παράνομα το εμπορικό απόρρητο ή να έχει παραβιάσει συμφωνία εμπιστευτικότητας ή άλλη υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας που προκύπτει ex lege, όπως ιδίως από το άρθρο ΑΚ 288. Έτσι σε περίπτωση σύμβασης μεταφοράς τεχνολογίας, αν ο λήπτης παραβαίνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις τήρησης της μυστικότητας, προστατεύεται πέραν των τυχόν προβλεπόμενων συμβατικών όρων και με τα νέα άρθρα 22Α επ. Ν. 1733/1987.

3. Παράνομη αποκάλυψη

Νοείται η πράξη ανακοίνωσης του απορρήτου σε μη δικαιούμενο τρίτο ή και η πλήρης κοινολόγηση του (περιέλευση σε δημοσιότητα), χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου και με οποιονδήποτε τρόπο, όπως για παράδειγμα με αντιγραφή σκληρού δίσκου ή βάσης δεδομένων και ανάρτηση στο διαδίκτυο, δημοσίευση σε επιστημονικό περιοδικό, αφαίρεση πρωτοτύπου κ.α. Η πλήρης κοινολόγηση του μυστικού προφανώς δημιουργεί μία μη αναστρέψιμη κατάσταση και συνεπάγεται έτι επαχθέστερη περιουσιακή ζημία για τον κάτοχο, ο οποίος στερείται και της περιουσιακής αξίας της μυστικής γνώσης, η οποία πρακτικά εκμηδενίζεται, αλλά και του ανταγωνιστικού του προβαδίσματος, γεγονός που αιτιακά οδηγεί και στην επιδίκαση πλήρους αποζημίωσης που καλύπτει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία.

VI. Οι per se επιτρεπόμενες πράξεις 3 Οδ.(ΕΕ)2016/943, 22Β§1, 2 Ν. 1733/1987

Ο ενωσιακός νομοθέτης παρότρυνε τα κράτη μέλη να μην υιοθετήσουν ένα αποκλειστικό δικαίωμα επί των εμπορικών απορρήτων. Η ελάχιστη αναγκαία ελαστικότητα στο πεδίο προστασίας του απορρήτου διασφαλίζεται μέσω των νομίμων εξαιρέσεων που εισάγει η Οδηγία. Έτσι σε αντίθεση με την ευρεσιτεχνία, όπου ο διπλωματούχος μπορεί να αποκλείσει κάθε τρίτο που μεταγενέστερα εφηύρε την ίδια ακριβώς πατέντα από την οικονομική της εκμετάλλευση, ο κάτοχος απορρήτου δεν μπορεί να αποκλείσει τρίτους από την παράλληλη ή ανεξάρτητη δημιουργίατης ίδιας ακριβώς γνώσης.

Νόμιμη περίπτωση κτήσης του απορρήτου και κοινώς αποδεκτή εξαίρεση και στις αλλοδαπές δικαιοταξίες συνιστά και η πρακτική reverse engineering(αντίστροφη μηχανική), δηλαδή η ανίχνευση του μυστικού μέσω παρατήρησης, μελέτης, δοκιμής ή αποσυναρμολόγησης του υλικού υπόβαθρου στο οποίο ενσωματώνεται η τεχνογνωσία. Προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί νόμιμη μία τέτοια ενέργεια είναι ο φορέας του απορρήτου να έχει κυκλοφορήσει τα προϊόντα του στην αγορά ή το πρόσωπο που διενεργεί το reverse engineering να μη δεσμεύεται από υποχρέωση εχεμύθειας που προκύπτει από το νόμο ή από ρήτρα εμπιστευτικότητας σε σύμβαση. Αν αντιθέτως υφίσταται μία τέτοια υποχρέωση, τότε θεωρείται παράνομη η κτήση του εμπορικού απορρήτου, π.χ. μία ομάδα έμπειρων μηχανολόγων συμβάλλεται με αυτοκινητοβιομηχανία με σκοπό να προβεί σε crush test ακυκλοφόρητου μοντέλου. Αν από την παρατήρηση αποκαλυφθεί κάποια πρωτότυπη κρυφή μηχανική αλληλουχία στην κατασκευή του οχήματος, δεν δικαιούνται να τη γνωστοποιήσουν σε τρίτους, διότι υπέχουν υποχρέωση εχεμύθειας από τη συμβατική σχέση εμπιστοσύνης που τους συνδέει με την αυτοκινητοβιομηχανία (σύμβαση έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή εξαρτημένης εργασίας). Η πληροφορία εξακολουθεί να θεωρείται απόρρητη και προστατεύεται.

Πάντως στο πλαίσιο μίας σύμβασης μεταφοράς τεχνογνωσίας (ή και μικτής μεταφοράς τεχνολογίας), τα μέρη υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις κείμενες νομοθετικές διατάξεις, όπως ιδίως αυτές που προβλέπονται από το δίκαιο περί του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ειδικότερα, κατά το ισχύον αποκεντρωτικό σύστημα που εισήγαγε ο Καν. 1/2003, οι συμβαλλόμενοι είναι πλέον αυτοί που σε πρώτο επίπεδο πρέπει να διαμορφώσουν το περιεχόμενο της σύμβασης, κατά τρόπο που να συνάδει με το άρθρο ΣΛΕΕ 101§3 (self assessement). Η έννομη τάξη αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα ρήτρες που απαγορεύουν το reverse engineering σε συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιστικών επιχειρήσεων (οριζόντιες συμφωνίες). Η ρήτρα αυτή εμπίπτει έμμεσα και κατά αποτέλεσμα στους περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας (hard restrictions) άρθρου 4§1δ Καν. 316/2014 (ΚΑΚΜΤ), σύμφωνα με το οποίο δεν απαλλάσσεται ο μεταξύ ανταγωνιστών περιορισμός της ικανότητας του δικαιοδόχου, σε σύμβαση μεταφοράς τεχνολογίας, να εκμεταλλεύεται ή να αναπτύσσει τα δικά του τεχνολογικά δικαιώματα, ή ο περιορισμός της ικανότητας οποιουδήποτε μέρους της συμφωνίας να διεξάγει δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, εκτός αν τέτοιος περιορισμός είναι απαραίτητος για την προστασία του απορρήτου της τεχνογνωσίας. Σύμφωνα με τη σκέψη 24 προοιμίου του ήδη προ πολλού καταργηθέντος προηγούμενου ΚΑΚΜΤ (Καν. 2349/1984) οι συμφωνίες αυτές αφαιρούν από το λήπτη τα κίνητρα ανάπτυξης και καινοτομίας, προσδίδουν στο δότη ένα αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό προβάδισμα και στερούν τρίτους από τη δυνατότητα απόκτησης βελτιωμένης τεχνογνωσίας. Η Επιτροπή θεώρησε ότι τέτοιες συμφωνίες ενδέχεται να υποκρύπτουν συγκεκαλυμμένες απαγορευμένες συμπράξεις με σκοπό την κατανομή της αγοράς και δεν μπορεί να ισχύσει για αυτές το τεκμήριο νομιμότητας των κανονισμών ομαδικής απαλλαγής. Μία τέτοια ρήτρα θέτει ολόκληρη τη σύμβαση εκτός του ευεργετήματος της ομαδικής απαλλαγής. Η σύμβαση θα πρέπει να αξιολογηθεί ατομικά για το κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις απαλλαγής με τα άρθρα ΣΛΕΕ101§3 ή 1§3 Ν. 3959/2011, αναλόγως σε ποια αγορά αναπτύσσει τα αποτελέσματά της, από την Επιτροπή ή την Επιτροπή Ανταγωνισμού ή τα εθνικά δικαστήρια που υποχρεούνται να προβούν σε αυτεπάγγελτο έλεγχο σύμφωνα με τον ΚΑΚΜΤ, σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης. Και αν ακόμη, πάντως, πρόκειται για συμβαλλόμενες μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις ο συγκεκριμένος περιορισμός θα εξαιρεθεί, χωρίς όμως να συμπαρασύρει σε ατομική αξιολόγηση όλη τη σύμβαση καθώς για την περίπτωση αυτή εντάσσεται στους αποκλειόμενους περιορισμούς (5§2 ΚΑΚΜΤ).

Για παράδειγμα, μεταξύ δύο επιχειρήσεων που αναπτύσσουν υψηλής τεχνολογίας προϊόντα και δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά συνάπτεται σύμβαση μεταφοράς τεχνογνωσίας κατασκευής μικροεπεξεργαστών (CPU) από την Α στη Β με σκοπό η Β να βελτιώσει την παραγωγή δικών της Η/Υ, με παράλληλη συμφωνία (tying agreement) η Β να αγοράζει μικροεπεξεργαστές από την Α. Στη σχετική σύμβαση είχε περιληφθεί όρος «απαγόρευσης τροποποίησης ή αντίστροφης μηχανικής του hardware που παραλαμβάνει από τη δικαιοδόχο Α η λήπτρια-εταιρία Β με σκοπό την αντιγραφή και ανακατασκευή του». Αν η Β, κατόπιν παρατήρησης από το εξειδικευμένο προσωπικό της, ανακαλύψει μία νέα μέθοδο συνδεσμολογίας μικροεπεξεργαστών σε μητρικές κάρτες (motherboard), την οποία εν συνεχεία αξιοποιήσει η ίδια, είτε σε Η/Υ που παράγει ή παραχωρώντας την σε τρίτο, δεν νομιμοποιείται η Α να την ενάγει ζητώντας αποζημίωση λόγω «παράνομης χρήσης ή αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου», καθώς ο εν λόγω συμβατικός όρος θα αξιολογηθεί πιθανότατα ως άκυρος κατά το αντιμονοπωλιακό δίκαιο, αναβιώνοντας τον κανόνα του επιτρεπτού του reverse engineering.

Με τη διάθεση των προϊόντων στο καταναλωτικό κοινό ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος να αναγνωριστεί από τρίτους μία μυστική φόρμουλα (π.χ. ανάλυση χημικών ενώσεων ενός καθαριστικού σε εργαστήριο χημείας), ωστόσο, το οικονομικό αντίκρισμα της καινοτομίας, σε αυτή την περίπτωση, θα καλύπτεται από την πρώιμη ώθηση που αποκτά ο φορέας έναντι των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων στην αγορά, από την θέση σε πρώτη κυκλοφορία ενός νεωτερικού προϊόντος (lead time / head-start period).

VII. Αξιώσεις λόγω προσβολής και δικονομικά ζητήματα 22Γ-22Κ Ν.1733/1987

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται να προκαλέσουν στην πράξη οι δικονομικές ρυθμίσεις που εισάγει η Οδηγία, με προβλέψεις άγνωστες έως τώρα στην Ελληνική δικαστηριακή πρακτική. Σκοπός των νέων ρυθμίσεων είναι η ταχεία και αποτελεσματική προστασία του φορέα του απορρήτου, ενόψει των καταστροφικών οικονομικών συνεπειών της αποκάλυψης του μυστικού και της αδυναμίας επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Το νέο σύστημα δικαστικής προστασίας δομήθηκε κατά το πρότυπο της προστασίας των κλασσικών δικαιωμάτων ΔΙδ. Πέραν την αξίωσης καταβολής αποζημίωσης, καμία άλλη αξίωση δεν προϋποθέτει ύπαρξη υπαιτιότηταςεκ μέρους του παραβάτη. Το σύνολο των διατάξεων διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας και της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης προσφυγής, ενώ καταλείπεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστή της ουσίας για την κρίση του επί του πραγματικού.

Εντύπωση προκαλεί η καινοφανής ρύθμιση του άρθρου 22Δ Ν. 1733/1987 για την εμπιστευτικότητα στην αστική δίκη. Κατ’ αρχάς προβλέπεται αυτοτελής και χρονικά απεριόριστη υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας για όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες της δίκης (δικαστές, διαδίκους, δικηγόρους, πραγματογνώμονες, γραμματείς, μάρτυρες κλπ). Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία για την ολοκληρωμένη και ασφαλή παροχή έννομης προστασίας στο πλαίσιο της δίκης περί των απορρήτων. Η αναγκαία δικαστική φανέρωση του απορρήτου στο πλαίσιο του συζητητικού συστήματος είναι σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας για την προσφυγή στη Δικαιοσύνη και είναι ένας εκ των λόγων που το άρθρο 22 Ν. 1733/1987 έμεινε στην πράξη ανεφάρμοστο. Ο σκοπός της ειδικής αυτής πρόβλεψης γίνεται αντιληπτός αν αναλογιστεί κανείς τους εγγενείς κινδύνους διάδοσης του μυστικού που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιγράφεται επαρκώς στην αγωγή για να καθίσταται ορισμένο το εισαγωγικό δικόγραφο. Η υποχρέωση αυτή παύει με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης που αναγνωρίζει τη μη ύπαρξη απορρήτου ή με την περιέλευση του μυστικού σε δημοσιότητα.

Κατά δεύτερον παρέχεται στο δικάζον δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να λάβει ειδικά μέτρα προστασίας του απορρήτου, όπως ιδίως περιορισμό του αριθμού των προσώπων που δικαιούνται πρόσβαση στη δικογραφία ή σε επιμέρους έγγραφα, αφαίρεση των χωρίων της δικαστικής απόφασης που αναφέρονται στο απόρρητο όταν χορηγούνται αντίγραφα σε τρίτους ή σύνταξη ειδικής περίληψης και περιορισμό του αριθμού των προσώπων που δικαιούνται να έχουν πρόσβαση στην ακροαματική διαδικασία και στα τηρούμενα πρακτικά. Η λήψη των ειδικών αυτών μέτρων δεν είναι ανεπιφύλακτη. Τουναντίον, πρέπει να επιχειρείται πολύ προσεκτική στάθμιση από το Δικαστήριο, καθώς έναντι των προστατευτέων συμφερόντων του κατόχου αντιπαρατίθενται δικαιώματα τρίτων που απορρέουν από θεμελιώδεις δικονομικές αρχές, όπως της ισότητας των όπλων και της δημοσιότητας των δικαστικών αποφάσεων. Η σχετική στάθμιση και τα διατασσόμενα μέτρα τελούν πάντοτε υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

Οι νέες διατάξεις καθιερώνουν μία ειδική μορφή αδικοπρακτικής ευθύνης, στο μεταίχμιο του δικαίου του ανταγωνισμού και του δικαίου της ΔΙδ. Η δικαστική προστασία διαρθρώνεται σε δύο επίπεδα: προσωρινής (ασφαλιστικά μέτρα ΚΠολΔ 686 επ. και προσωρινή διαταγή ΚΠολΔ 691Α) και οριστικής (αγωγή τακτικής διαδικασίας) δικαστικής προστασίας. Τα προσωρινά μέτρα που τυχόν διατάχθηκαν αίρονται αυτοδικαίως, αν δεν ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας κύριο ένδικο βοήθημα43. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών οφείλει να προσκομίσει αποδεικτικά προς πιθανολόγηση ότι: i. υφίσταται εμπορικό απόρρητο για το οποίο έλαβε εύλογα προστατευτικά μέτρα (επαρκεί ενδεχομένως ακόμη και η ύπαρξη μεμονωμένης ρήτρας εμπιστευτικότητας σε σύμβαση) ii. ο αιτών είναι κάτοχος του εμπορικού απορρήτου, iii. υφίσταται παρούσα ή επίκειται άμεσα παράνομη κτήση, χρήση ή αποκάλυψη του απορρήτου.

Πέραν της πλειάδας αξιώσεων που μπορούν να διαταχθούν στο πλαίσιο των ασφαλιστικών μέτρων και της κύριας δίκης και αφορούν κυρίως όψεις της αξίωσης άρσης προσβολής και μη επανάληψης στο μέλλον, αξίζει να σταθούμε στο ζήτημα της αποζημίωσης. Η αξίωση αποζημίωσης στρέφεται κατά του υπαίτιου (πρωτογενώς ή δευτερογενώς) παραβάτη, δηλαδή εκείνου που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατά τις περιστάσεις ότι προέβαινε σε παράνομη κτήση, χρήση ή αποκάλυψη ξένου εμπορικού απορρήτου. Δεν απαιτείται κατά το 22Β§4,5 Ν. 1733/1987 άλλο υποκειμενικό στοιχείο πέραν της έλλειψης συγκατάθεσης του κατόχου και οποιοδήποτε βαθμό πταίσματος προς υποστήριξη της αγωγής αποζημίωσης. Tο ύψος της υπολογίζεται με βάση οικονομικούς παράγοντες, όπως η απώλεια κερδών του κατόχου, τα αθέμιτα κέρδη του παραβάτη και την ηθική ζημία που υπέστη ο κάτοχος, η οποία πάντως, παρά την άστοχη νομοτεχνική κατάστρωση της διάταξης πρέπει να συνιστά αυτοτελές κονδύλι και όχι προσδιοριστικό στοιχείο της περιουσιακής ζημίας. Αποκαθίσταται κατ’ αρχήν η συγκεκριμένη ζημία· Τα τρία κριτήρια, ως επιμέρους κονδύλια, που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης είναι: i. η πραγματική θετική ζημία, ii. τα διαφυγόντα κέρδη, iii. το κέρδος που ο παραβάτης αποκόμισε από την προσβολή. Η αποζημίωση του 22Θ Ν. 1733/1987 συρρέει με τις αξιώσεις από συμβατική ευθύνη, όπως λ.χ. από πλημμελή εκπλήρωση λόγω παραβίαση ρήτρας εμπιστευτικότητας (NDA – Non Disclosure Agreements), αδικαιολόγητου πλουτισμού, μη επιτρεπόμενης διοίκησης αλλοτρίων. Μετριάζεται στην περίπτωση του εργαζόμενου που βρίσκεται σε εργασιακή σχέση με τον κάτοχο, εφόσον αυτός δεν έπραξε με δόλο, από λόγους κοινωνικού προστατευτισμού.

Eξαιτίας όμως της φύσης του εμπορικού απορρήτου ως άυλο αγαθό, συχνά η απόδειξη της συγκεκριμένης ζημίας είναι ιδιαίτερα δυσχερής, για αυτό προβλέπεται εναλλακτικά η δυνατότητα εφαρμογής της μεθόδου του «τριπλού υπολογισμού της ζημίας» (υπολογισμός μέσης αφηρημένης ζημίας), με ορισμό κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης, όπως ισχύει και για τα υπόλοιπα δικαιώματα ΔΙδ. Η μέθοδος αυτή εισήχθη με την Οδηγία(ΕΚ)2004/48, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας. Κατά το σύστημα τριπλού υπολογισμού της ζημίας (άρθρο 13§β της ως άνω Οδηγίας) ο παραβάτης αντιμετωπίζεται ωσάν να ήταν δικαιούχος απλής άδειας εκμετάλλευσηςγια να υπολογιστεί το ύψος του αντιτίμου που υποθετικά θα κατέβαλε, ως επιπλέον κονδύλι της πλήρους αποζημίωσης. Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος-κατόχου του απορρήτου, ο οποίος καλείται να υποδείξει τη συνήθη αμοιβή που καταβάλλεται στην αγορά για το συγκεκριμένο είδος εκμετάλλευσης του απορρήτου από τους μέσους συναλλασσόμενους στο συγκεκριμένο κλάδο, προσκομίζοντας λχ προγενέστερες συμβάσεις του με τρίτους αδειούχους. Με τη μέθοδο υπολογισμού της μέσης – αφηρημένης ζημίας, ο δικαιούχος θα αποζημιωθεί ακόμη κι εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επήλθε καμία πραγματική ζημία ή κι αν ακόμη η θέση του στην αγορά ενισχύθηκε εξ αιτίας της δραστηριότητας του παραβάτη.

Η Οδηγία (13§3) και άρθρα 22Η§3 Ν. 1733/1987 προβλέπουν τη δυνατότητα το δικαστήριο με την οριστική κρίση του να διατάξει, αντί των αποκαταστατικών μέτρων του άρθρου 22Ζ, τη συνέχιση της δραστηριότητας του παραβάτη έναντι αποζημίωσης που θα ισούτο με τα αντίστοιχα royalties, αν είχε παραχωρηθεί άδεια εκμετάλλευσης, εφόσον επρόκειτο για ανυπαίτια δευτερογενή προσβολή, ο εναγόμενος ήταν δηλαδή ο έμμεσος παραβάτης – καλόπιστος τρίτος, που έλαβε φαινομενικά νόμιμα την πληροφορία, χωρίς να γνωρίζει και ούτε από βαριά αμέλεια να αγνοεί ότι ο πληροφοριοδότης του δεν είχε συναφές δικαίωμα (βλ. και σκέψη 25 Οδ. ΕΚ/2004/48). Η διακριτική ευχέρεια του δικάζοντος πρέπει πάντως να αιτιολογείται εμπεριστατωμένα και να εφαρμόζεται όλως εξαιρετικά, καθώς συνιστά κατ’ ουσία ένα είδος «αναγκαστικής» άδειας χρήσης με δικαστική απόφαση χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου. Στην περίπτωση αυτή κατά τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων πριν την κύρια δίκη, προκρίνεται ο καλόπιστος έμμεσος παραβάτης (καθ’ ου η αίτηση) να ζητήσει τη συνέχιση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας υπό τον όρο εγγυοδοσίας κατά το 22Ε§2 Ν. 1733/1987.

Οι αξιώσεις για λήψη μέτρων ή επιδίκαση αποζημίωσης παραγράφονται μετά 5 έτη από τότε που ο κάτοχος έλαβε γνώση είτε της προσβολής, είτε της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση παραβάτη.

VIII. Η παράλληλη προστασία του Ν. 146/1914

Έως την εισαγωγή του Ν. 4605/2019 η προστασία του εμπορικού απορρήτου ήταν σαφώς πιο περιορισμένη. Εφαρμόζονταν κυρίως τα άρθρα 16-18 του «αειθαλούς» Ν. 146/1914 για την προστασία του «βιομηχανικού απορρήτου» και κατά περίπτωση η γενική ρήτρα του άρθρου 1 Ν. 146/1914, εφόσον συνέτρεχε το πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο του «σκοπού ανταγωνισμού» και της αντίθεσης στα χρηστά ήθη. Χαρακτηριστικό του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού είναι ότι είναι δίκαιο συμπεριφοράς και δεν στοχεύει στο να προστατεύσει το απόρρητο, αλλά στον κολασμό της παραβίασης της σχέσης εμπιστοσύνης, άλλως της πίστης κατά τις συναλλαγές. Το απόρρητο, δηλαδή, στο Ν. 146/1914 δεν προστατεύεται καθ’ εαυτόν, αλλά μόνο εξ αντανακλάσεως. Φυσικά οι ως άνω διατάξεις δεν αποκλείουν την εφαρμογή και των γενικών διατάξεων ΑΚ 914, 919, απλώς τελούν σε σχέση ειδικότητας. Αναφορικά με την εξασφάλιση του δικαιοδόχου σε συμβάσεις μεταφοράς τεχνολογίας από πιθανές παραβάσεις απορρήτων εκ μέρους του λήπτη, ιδίως ενόψει του μέχρι πρότινος ελλιπούς νομικού οπλοστάσιου, τα μέρη εξασφαλίζονταν περισσότερο με συμβατικές ρήτρες εχεμύθειας (NDA) και συνοδευτικές ποινικές ρήτρες (ΑΚ 404) σε περίπτωση παραβίασής τους.

Τα άρθρα 16-18 Ν. 146/1914 παρέχουν πρωτίστως ποινική προστασία, σε αντίθεση με το νέο νόμο για τα εμπορικά απόρρητα που παρέχει μόνο αστική προστασία. Η σχέση μεταξύ των δύο νομοθετημάτων είναι σχέση αλληλεπικάλυψης, όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής περισσότερων διατάξεων. Κάτι τέτοιο άλλωστε συνάγεται και από τη φύση της Οδηγίας(ΕΕ)2016/943 ως ελάχιστης εναρμόνισης, που επιτρέπει δηλαδή τη λήψη ή διατήρηση εκτενέστερης έννομης προστασίας από τα κράτη μέλη.

Οι πράξεις που απειλούνται με ποινικές κυρώσεις στα άρθρα 16-18 Ν. 146/1914 είναι οι εξής:

1. Η ανακοίνωση απορρήτων σε τρίτο από εργαζόμενο στην επιχείρηση και κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του, η οποία γίνεται χωρίς δικαίωμα και με σκοπό ανταγωνισμού ή πρόθεση βλάβης του κατόχου του απορρήτου (16§1).

2. Η χρήση ή ανακοίνωση σε τρίτους απορρήτων, χωρίς δικαίωμα, όταν η πρόσβαση κατέστη δυνατή διά μέσω ανακοίνωσης της προηγούμενης περίπτωσης ή με τέλεση άλλης παράνομης ή αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς εκ μέρους εκείνου που τα ανακοινώνει (16§2). Εδώ ο προσβολέας δεν απαιτείται να είναι εργαζόμενος ή υπάλληλος στην επιχείρηση του κατόχου του απορρήτου.

3. Η χρήση ή ανακοίνωση σε τρίτο και χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα σχεδίων ή τεχνικών κανόνων, στην οποία προβαίνει πρόσωπο που βρίσκεται σε συναλλακτική και όχι εργασιακή σχέση με την επιχείρηση του κατόχου και αφότου η επιχείρηση του τα εμπιστεύτηκε (17).

4. Η παρότρυνση άλλου σε τέλεση μίας από τις παραπάνω πράξεις (ανεπιτυχής ηθική αυτουργία 18§2).

Το άρθρο 18§1 προβλέπει την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας για τις περιπτώσεις των άρθρο 16 και 17. Η ύπαρξη του άρθρου 18 δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 1, αλλά αντιθέτως καταλαμβάνει και κάποιες περιπτώσεις που εκφεύγουν της γενικής ρήτρας. Για παράδειγμα θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης στο 18§1 όταν ο εργαζόμενος, με ισχυρή και σε εξέλιξη σύμβαση εργασίας, για λόγους εκδίκησης και με πρόθεση βλάβης του εργοδότη ανακοινώνει σε τρίτο το εμπορικό απόρρητο (εδώ δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 1, γιατί ελλείπει ο σκοπός ανταγωνισμού).

Πάντως τα ανωτέρω αδικήματα φαίνονται να υπερκαλύπτονται από τη συνδυαστική εφαρμογή των αδικημάτων των άρθρων ΠΚ370 (παραβίαση απόρρητων εγγράφων), 370Β (παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένων, όπου η §3 καθιερώνει διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος, αν στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων τηρούνται επιχειρησιακά απόρρητα) που τιμωρούν την αντιγραφή ή χρήση επαγγελματικών απορρήτων ή απορρήτων της επιχείρησης σε συνδυασμό με ΑΚ 914. Τα παραπάνω άρθρα ενισχύουν της ήπιες ποινές που προβλέπουν τα άρθρα 16-18 Ν. 174/1914 και αποσκοπούν στην καταπολέμηση του φαινομένου της βιομηχανικής κατασκοπίας.

Βιομηχανική κατασκοπία (ή κατά τον, επικρατέστερο μεταξύ πολλών, διεθνή όρο industrial espionage) είναι η οργανωμένη υποκλοπή/ιδιοποίηση πληροφοριακών αγαθών που υποκινείται από ανταγωνιστική επιχείρηση, με σκοπό την οικειοποίηση ξένου ανταγωνιστικού προβαδίσματος. Οι παραβιάσει λαμβάνουν χώρα ιδίως μέσω του κυβερνοχώρου, αλλά και με υποκλοπές στα δίκτυα τηλεπικοινωνίας, δορυφορικά, καλωδιακά ή ταχυδρομικά. Είναι πιο συχνή στους τομείς υψηλής τεχνολογίας, όπως είναι ο χώρος των ηλεκτρονικών, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της φαρμακευτικής, της χημείας, της βιολογίας, της αεροναυπηγικής – διαστημικής και της ενέργειας, ενώ τα οικονομικά αποτελέσματα της διαρροής είναι συχνά καταστροφικά για την επιχείρηση. Στη διεθνή δημοσιογραφία (από 21/10/2021 δημοσιεύματα) φημολογείται έντονα ότι το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έπεσε θύμα βιομηχανικής κατασκοπίας της μυστικής φόρμουλας του εμβολίου που κατασκευάστηκε με τη συνεργασία της φαρμακοβιομηχανίας AstraZeneca, ενώ η κλαπείσα τεχνογνωσία χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή ανταγωνιστικού σκευάσματος. Με τον Καν.(ΕΚ)2004/460 ιδρύθηκε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA), με συμβουλευτικές και συντονιστικές αρμοδιότητες ως προς τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την ενίσχυση της ασφάλειας των δικτύων και συστημάτων πληροφοριών τους. Το ισχύον πλέγμα ποινικής προστασίας κατά της βιομηχανικής κατασκοπίας κρίνεται μάλλον ανεπαρκές. Πάντως, πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση από την επιτρεπόμενη ανταγωνιστική πληροφόρηση, δηλαδή την πρόβλεψη στρατηγικών και τεχνικών ενός ανταγωνιστή μέσω υποθέσεων βασισμένων σε δημοσιευμένες πληροφορίες στο πλαίσιο της ανάπτυξης μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης.

Τα ΠΚ 370 και 370Β υπερβαίνουν τα εμπόδια στην εφαρμογή των 16-18 Ν. 147/1914 καθώς δεν ενδιαφέρει το πώς αποκτάται η γνώση του απορρήτου από αυτόν που το ανακοινώνει σε τρίτο (όπως στο 17), αλλά ούτε και προϋποθέτει σχέση ανταγωνισμού (όπως στο 16§2), ενώ το αν ο δράστης βρίσκεται σε υπηρεσιακή σχέση συνιστά απλώς επιβαρυντική περίσταση (ΠΚ370Β§4) και όχι αναγκαία προϋπόθεση θεμελίωσης του αξιοποίνου (όπως στο γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα του 16§1).

IX. Οδικός Χάρτης Προστασίας των απορρήτων

Από όσα αναλύθηκαν παραπάνω οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο κάτοχος του απορρήτου υπέχει αυτοτελή υποχρέωση λήψης μέτρων προστασίας της μυστικότητας, αφ’ ης στιγμής αποφασίσει να διαχειριστεί ένα πληροφοριακό αγαθό ως εμπορικό απόρρητο. Τα μέτρα αυτά, αφενός εξασφαλίζουν την πρόληψη από ακούσια ή εκούσια διαρροή πληροφοριών και λειτουργούν ψυχολογικά απέναντι στους εργαζόμενους κατά το χρονικό στάδιο πριν την προσβολή, αφετέρου αποτελούν προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας, η οποία πρέπει να αποδεικνύεται ενώπιον του δικαστηρίου κατά το χρονικό στάδιο μετά την προσβολή. Τα μέτρα αυτά πρέπει κατά το γράμμα του νόμου («εύλογες προσπάθειες, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων» 22Α§4α.γγ Ν. 1733/1987) να είναι τα αναμενόμενα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, χωρίς να απαιτείται να αγγίζουν τον ανώτατο βαθμό. Κρίνεται ad hoc από το δικάζον δικαστήριο. Αναμένονται κατά κανόνα να είναι ανάλογα της οικονομικής σπουδαιότητας του απορρήτου, του prestige και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης του φορέα και της επικρατούσας πρακτικής (κουλτούρας μέτρων) στο συγκεκριμένο κλάδο συναλλαγών. Έτσι, ευλόγως αναμένεται η ύπαρξη υψηλής προστασίας λογισμικού που αποτρέπει την αντιγραφή ή αποστολή big data από το server υπολογιστών μίας μεσαίας ή μεγάλης επιχείρησης παρασκευής νέων φαρμάκων, όχι όμως και η επί 24ώρου βάσεως φύλαξη των επαγγελματικών εγκαταστάσεων μίας μικρής επιχείρησης. Στις μικρότερης εμβέλειας επιχειρήσεις, λίστες πελατών ή άλλα επιχειρηματικά διαγράμματα προστατεύονται επαρκώς με χρήση password ή μέθοδο κρυπτογράφησης, αν τηρούνται σε αρχείο Η/Υ· μία πειραματική χημική σύνθεση φυλάσσεται επαρκώς με τη θέση φυσικών εμποδίων εισόδου απαγόρευσης πρόσβασης στο εργαστήριο, όπως πόρτα ασφαλείας. Ακόμη όμως και η νομική μόνο προστασία ενός απορρήτου με συμβατικές ρήτρες εμπιστευτικότητας μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να θεωρηθεί επαρκές μέτρο προστασίας.

Σε πρακτικό επίπεδο, αφού προσδιορίσει η επιχείρηση ποια είναι τα απόρρητά της και διακρίνει εκείνα με την πλέον εξέχουσα σημασία, ενδείκνυται να συντάσσεται και να επικαιροποιείται κατάλογος απορρήτων. Αναλόγως και του μεγέθους της επιχείρησης, θα μπορούσε να συσταθεί ειδική ομάδα εργασίας εντός της επιχείρησης, με σκοπό τη μέριμνα για τα απόρρητα, στελεχωμένη από εκπροσώπους του νομικού τμήματος, του τμήματος μηχανοργάνωσης (IT), του τμήματος έρευνας και ανάπτυξης (R&D) και του τμήματος προσωπικού (HR) της επιχείρησης και να συνταχθεί οικονομική μελέτη επιπτώσεων, προσδιορίζοντας την οικονομική αξία και την ιεράρχηση των απορρήτων.

Σε ένα δεύτερο στάδιο, θα πρέπει να καταγραφούν οι πηγές κινδύνων αποκάλυψης, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν τις κτηριακές υποδομές, το προσωπικό, τα ηλεκτρονικά συστήματα και τον εξοπλισμό, ενώ θα πρέπει να κατηγοριοποιηθούν με ακρίβεια και τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στο απόρρητο και με ποια ιδιότητα (πχ μέλος ΔΣ, προμηθευτής, πελάτης, εργαζόμενος).

Έπειτα, αφού αξιολογηθούν τα υφιστάμενα μέτρα προστασίας, όπως για παράδειγμα η τρωτότητα της επιχείρησης σε κυβερνοεπιθέσεις ή η αποτελεσματικότητα των ρητρών εμπιστευτικότητας π.χ. σε σύμβαση Franchise, να αξιολογηθεί η δυνατότητα λήψης νέων αποτελεσματικότερων μέτρων. Τέτοια μέτρα μπορούν να συνιστούν ενδεικτικά: η σύνταξη ειδικού πρωτοκόλλου ασφαλείας όπου περιγράφονται οι διαδικασίες που θα ακολουθηθούν αν διαρρεύσει ένα απόρρητο, η αναβάθμιση των λογισμικών διαδικτυακής ασφάλειας, η κατάρτιση ειδικών ρητρών εμπιστευτικότητας για κάθε είδους σύμβαση που καταρτίζει η επιχείρηση, η επιμόρφωση του προσωπικού για την πολιτική προστασίας των απορρήτων, η δημιουργία ειδικής ομάδας επιθεώρησης και ελέγχου της πολιτικής απορρήτου (trade secrets audits).



Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *