Η επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα που δεν διαμένει μαζί του αποτελεί βασικό δικαίωμα, το οποίο όμως δεν είναι απεριόριστο. Το άρθρο εξετάζει πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να περιοριστεί ή να αποκλειστεί, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του παιδιού.

Κατόπιν της τροποποίησης του άρθρου 1520 ΑΚ με το άρθρο 13 του ν. 4800/2021, το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο επαναπροσδιορίστηκε, αποκτώντας εντονότερα λειτουργικό χαρακτήρα. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι ο γονέας αυτός έχει τόσο δικαίωμα όσο και υποχρέωση να διατηρεί, κατά το δυνατόν, ουσιαστική και ευρεία επικοινωνία με το τέκνο του, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο την προσωπική επαφή, αλλά και τη δυνατότητα διαμονής του τέκνου στην οικία του.

Η ύπαρξη του δικαιώματος επικοινωνίας δεν εξαρτάται από το καθεστώς άσκησης της γονικής μέριμνας, αλλά από το πραγματικό γεγονός της χωριστής διαμονής. Παράλληλα, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο υπέχει ειδική υποχρέωση να διευκολύνει και να προάγει την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, τόσο σε πρακτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο διαμόρφωσης θετικού συναισθηματικού κλίματος. Ωστόσο, το δικαίωμα επικοινωνίας δεν είναι απεριόριστο. Σύμφωνα με το άρθρο 1520 εδ. δ΄ ΑΚ, είναι δυνατός ο περιορισμός ή ακόμη και ο αποκλεισμός του, μόνο κατ’ εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν ιδιαιτέρως σοβαροί λόγοι, που συνδέονται ιδίως με την ακαταλληλότητα του γονέα να ασκήσει το δικαίωμα αυτό. Η σχετική κρίση διαμορφώνεται με γνώμονα την προστασία της ψυχικής και σωματικής υγείας του τέκνου και την εν γένει επίδραση της επικοινωνίας στην ανάπτυξή του. Το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που μπορεί να αξιοποιήσει, περιλαμβανομένης της εκπόνησης κοινωνικών εκθέσεων ή της λήψης γνωματεύσεων από ειδικούς επιστήμονες. Η εκτίμηση γίνεται πάντοτε με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Οι περιορισμοί της επικοινωνίας δύνανται να αφορούν τον τόπο, τον χρόνο, τη διάρκεια και τη συχνότητα των συναντήσεων, καθώς και την παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διάρκειά τους ή τη διαμόρφωση ειδικού τρόπου επικοινωνίας, ανάλογα με τις ανάγκες της περίπτωσης (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 156/2023, ΑΠ 1023/2020, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 58/2017).

Ο πλήρης αποκλεισμός της επικοινωνίας συνιστά έσχατο μέτρο και επιβάλλεται μόνο όταν από την άσκησή της προκύπτει σοβαρός κίνδυνος για το τέκνο, ο οποίος δεν μπορεί να αποτραπεί με ηπιότερα μέσα. Σε κάθε περίπτωση, το συμφέρον του τέκνου αποτελεί το υπέρτατο κριτήριο για τη ρύθμιση της επικοινωνίας, ενώ η άσκηση του σχετικού δικαιώματος υπόκειται στον έλεγχο της καταχρηστικότητας.

Κωνσταντίνα Η. Νίκα, Δικηγόρος (LL.M. Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΔΠΘ)



Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *